ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΙΣΟΥΝ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ...

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

Ο επίτιμος πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασ. Νικόπουλος καταδικάζει την Ψευτοσύνοδο της Κρήτης.




Σχετική εικόνα 
Ο ΕΠΙΤΙΜΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΒΑΣ. ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Σὲ ὁμολογιακὴ καὶ θαρραλέα ἐπιστολή του πρὸς τὸν π. Θεόδωρο Ζήση
12 Ἰουλίου 2017

Πρὸς
Τὸν Αἰδεσιμολογιώτατον
Πρωτοπρεσβύτερον
Πατέρα Θεόδωρον Ζήσην
Περαία Θεσσαλονίκης
 
Σεβαστὲ Πατέρα Θεόδωρε,
Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἤθελα νὰ ἐπικοινωνήσω μαζί Σας διὰ τηλεφώνου, ἀλλὰ δὲν κατέστη δυνατόν, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισα νὰ Σᾶς γράψω τὴν παροῦσαν ἐπιστολή. Ὁ λόγος εἶναι ἡ μεγάλη ὑποχρέωση ποὺ αἰσθάνομαι στὸ σεβαστὸ πρόσωπό Σας, νὰ Σᾶς εὐχαριστήσω ὡς ἁπλὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας Τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τοὺς ἀγῶνες ποὺ ἀναλάβατε μὲ πρωτοχριστιανικὸ ζῆλο καὶ ἁγιοπατερικὸ θυσιαστικὸ πνεῦμα ὑπὲρ τῆς διαφυλάξεως ἀλωβήτου καὶ ἀκεραίας τῆς ἀμώμητης ὀρθόδοξης πίστεώς μας, ἰδιαίτερα μετὰ τὴν σύγκληση τῆς δῆθεν πανορθόδοξης ψευτοσυνόδου τῆς Κρήτης, ἡ ὁποία κάθε ἄλλο παρά «ὀρθόδοξη» ἀπεδείχθη, ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε τῆς ὀρθόδοξης συνοδικῆς καὶ πατερικῆς παραδόσεως, υἱοθετήσασα πλήρως τὴν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἀναγνωρίζοντας γιὰ πρώτη φορὰ τὸν παπισμὸν καὶ προτεσταντισμὸν ὡς «ἐκκλησίες», ἐνῶ οἱ πάντες γνωρίζομε ὅτι πρόκειται γιὰ αἱρέσεις, ποὺ καταδικάσθηκαν συνοδικῶς καὶ ἑπομένως εἶναι ἐκτὸς τοῦ Σώματος τῆς «Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Ἐσεῖς, ἐχόμενος τῶν «πατρικῶν παραδόσεων», μὲ τὸ ἀκαδημαϊκό Σας κῦρος, τὶς ἀκένωτες ἁγιοπατερικὲς γνώσεις Σας καὶ προπάντων τὴν ἀταλάντευτη ὀρθόδοξη πίστη Σας, ἀγωνίζεσθε γιὰ τὴν τήρηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τὴν κανονικὴ εὐταξία στὴν Ἐκκλησία, ὡς ἐξέχων ἱερεὺς αὐτῆς, προβάλλοντας τὰ ἱερατικά Σας στήθη, ὥστε νὰ μὴν περάσουν στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας οἱ ἀντορθόδοξες καὶ ἄκρως αἱρετικὲς ἀποφάσεις τῆς ὡς εἴρηται ψευτοσυνόδου, φθάνοντας μέχρι τῆς διακοπῆς τῆς μνημόνευσης τοῦ ἐπιχωρίου μητροπολίτη, ὡς αἱρεσιάζοντος, λόγω τῆς υἱοθετήσεως ἐκ μέρους του τῶν ἀποφάσεων τῆς ψευτοσυνόδου τῆς Κρήτης, ὅπως ἐπιτάσσουν οἱ ἱεροὶ κανόνες, τοὺς ὁποίους μετ᾽ εὐλαβείας πιστῶς ἐφαρμόζετε, ὅπως πιστῶς καὶ ἀκλινῶς τοὺς ἐδιδάσκατε ἀπὸ τῆς πανεπιστημιακῆς ἕδρας, τιμώντας ἔτσι τὴν ἀκαδημαϊκή Σας ἰδιότητα. Τὸ σθένος Σας, ἡ σύνεση καὶ μετριοπάθεια, ἡ διάκριση, ἡ σταθερότητα καὶ ἡ ἀταλάντευτη προσήλωσή Σας στὶς ἁγιογραφικὲς καὶ ἁγιοπατερικὲς παραδόσεις εἶναι αὐτὰ ποὺ Σᾶς διακρίνουν στοὺς ἀγῶνες Σας γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ποὺ ἐμπνέουν σὲ μᾶς τοὺς ἁπλοὺς πιστοὺς αἰσιοδοξία καὶ πίστη.
Ἐμεῖς οἱ ἁπλοὶ χριστιανοὶ αἰσθανόμαστε προδομένοι ἀπὸ τήν «Διοικοῦσα» Ἐκκλησία, ἐννοῶ τὰ διοικητικά της ὄργανα, ὅπως τὴν Ἱερὰ Σύνοδο, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι στὴν συντριπτική τους πλειοψηφία εἶναι ἐπιλήσμονες τῆς ἱερωσύνης τους, «μεριμνῶντες καὶ τυρβάζοντες περὶ πολλά» ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὅμως δυστυχῶς δὲν εἶναι  μόνο ἁπλῶς περιττά, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄκρως ἐπικίνδυνα καὶ πνευματικῶς θανατηφόρα, ἀφοῦ εἶναι αἱρετικὰ καὶ ἀντορθόδοξα. Ἀντὶ οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Πατριάρχη καὶ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο νά «ὀρθοτομοῦν τὸν λόγον τῆς ἀληθείας» τοῦ Θεοῦ, ἀντὶ νὰ πολεμοῦν μὲ κάθε μέσον καὶ ἐν παντὶ καὶ πάντοτε τὶς ποικιλώνυμες αἱρέσεις, καὶ κυρίως τὴν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, αὐτοὶ ἀφήνουν ἐγκαταλελειμμένα τὰ ποίμνιά τους «εἰς βοράν» τῶν αἱρετικῶν λύκων, ἀσχολούμενοι μὲ τά «φαγοπότια» καὶ «τσιμπούσια», τοὺς βδελυροὺς ἐναγκαλισμοὺς καὶ πομπώδεις φαρισαϊκοὺς ἀσπασμοὺς μετὰ τῶν αἱρετικῶν ἐκπροσώπων τοῦ πάπα καὶ τῶν προτεσταντῶν, ἀναλισκόμενοι σὲ ἐπιδεικτικοὺς ἀτέρμονες διαλόγους ὑπὲρ δῆθεν «τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», καταπατώντας ἔτσι ἀπροκάλυπτα ὄχι μόνο τοὺς ἀπαγορευτικοὺς ὅλων αὐτῶν τῶν βδελυρῶν ἐκδηλώσεων θείους καὶ ἱεροὺς κανόνες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ Ἅγιον καὶ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον παραγγέλλει ρητῶς «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει..» (Τίτ. γ´ 10). Καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης, λέγει ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀθετεῖ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν μένει πιστὸς σ᾽ αὐτὴν τηρώντας την μὲ ἀκρίβεια, δὲν ἔχει τὸν Θεὸν μέσα του, ἀλλὰ εἶναι χωρισμένος ἀπὸ αὐτόν, καὶ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, δηλαδὴ τὸν αἱρετικό, «μὴ λαμβάνετε εἰς οἰκίαν καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε» (Β´ Ἰω. 10). Αὐτοὶ ὅμως οἱ πατριάρχες, οἱ ἀρχιεπίσκοποι καὶ ἐπίσκοποι, ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ὄχι μόνο ἀνταλλάσσουν χαιρετισμὸν μὲ τὸν ἀρχιαιρεσιάρχη Πάπα, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ὀρθοδόξους ναοὺς τὸν ὑποδέχονται καὶ συμπροσεύχονται μαζί του καὶ ἐναγκαλίζονται ὡς ἀδελφοὶ περιπόθητοι καὶ ἐπιπόθητοι! Καὶ τὸ χειρότερο, μετέχουν, ἂν καὶ ὀρθόδοξοι, στὸ σιωνιστικὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ παρακάθηνται σὲ κοινὰ τραπέζια τρώγοντες καὶ πίνοντες μὲ παπικούς, προτεστάντες, μουσουλμάνους, βουδδιστές, ἰνδουϊστὲς καὶ ὅ,τι ἄλλο βάλλει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ὡς δῆθεν «ἐκκλησία», προδίδοντες ἔτσι τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας, καί «ὀρθοτομοῦντες (ἀντὶ τῆς ἀληθείας) τὸν λόγον τῆς πανθρησκείας», ὡς γνήσια τέκνα τοῦ οἰκουμενισμοῦ! Ὅλοι αὐτοὶ οἱ «κύριοι», (διότι πῶς ἀλλιῶς νὰ τοὺς πεῖ κανείς, ἀφοῦ ὡς αἱρεσιάρχες ἀπώλεσαν πλέον τὴν χάρη τῆς ἱερωσύνης καὶ δὲν θεωροῦνται ὡς ἐκ τούτου ἐπίσκοποι καὶ πατριάρχες), ἐξακολουθοῦν νὰ συμπεριφέρονται ὡς ἐπίσκοποι, νὰ εἰσέρχονται εἰς τοὺς ἱεροὺς ναούς, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς τὸ θυσιαστήριον ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, καὶ περιβεβλημένοι τὶς αὐτοκρατορικὲς ἁλουργίδες νὰ καμαρώνουν «ὡς δεσπότες καὶ αὐθέντες», διεκδικοῦντες ἔτσι τὴν ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ «ἀλαθήτου», μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχουμε δυστυχῶς καὶ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἀντὶ ἕνα ἀλάθητο πάπα, τόσους ἀλάθητους, ὅσοι καὶ οἱ αἱρεσιάρχες οἰκουμενιστὲς ἐπίσκοπο!
Ἐσεῖς, πατέρα Θεόδωρε, ἐγκαίρως, ἐπικαίρως καὶ εὐκαίρως διαγνώσατε τὸν κίνδυνον καὶ ὀρθώσατε τὸ ὀρθόδοξο ἀνάστημά σας καταδικάζοντας ὅλους αὐτοὺς τοὺς πατριάρχες, ἀρχιεπισκόπους καὶ ἐπισκόπους ὡς αἱρεσιάρχες, ἐπειδὴ ἐγκολπώθηκαν τὴν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ ἐπρόδωσαν ἔτσι τὴν ὀρθοδοξία μας. Ἡ γενναία ἀπόφασή Σας νὰ διακόψετε τὴν μνημόνευση τοῦ μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ὡς αἱρεσιάρχου οἰκουμενιστῆ, ἀναλαμβάνοντας ἀγώνα πρὸς ὑπεράσπιση τῆς φιλτάτης ὀρθοδοξίας, Σᾶς ἀνύψωσε στὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν ὡς ἄλλον Ἅγιον Μᾶρκον τὸν Εὐγενικόν, τὸν Ἀνθενωτικόν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄλλον Ἅγιον Μ. Φώτιον, κι ἀκόμη ὡς ἄλλον Ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, τὰ ἀνεξίτηλα ὀρθόδοξα ἴχνη τῶν ὁποίων ἀκολουθεῖτε πιστῶς καὶ ἀπαρασαλεύτως! Στὸ πάνσεπτο πρόσωπό Σας ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἁπλοὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἀναγνωρίζομε τὸν μεγάλο μαχητὴ τῆς πίστως, τὸν ἀρχηγὸ τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγώνα κατὰ πάσης αἱρέσεως, κυρίως δὲ τῆς σύγχρονης αἱρετικῆς πανώλους τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Νὰ εἶστε βέβαιος, πατέρα Θεόδωρε, ὅτι χιλιάδες καὶ μυριάδες πιστῶν ἀνὰ τὸν κόσμον βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸ λάβαρο τῶν δικῶν Σας ἀντιαιρετικῶν ἀγώνων, ἕτοιμοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας!
Τὸ κατ᾽ ἐμὲ πρέπει κατ᾽ ἀρχὴν νὰ δηλώσω ὅτι οὔτε θεολόγος εἶμαι, οὔτε ἔχω τέτοιες καὶ τόσες γνώσεις ποὺ νὰ μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ὁμιλῶ γιὰ πολὺ λεπτὰ ὅσο καὶ κρίσιμα θέματα τῆς πίστεώς μας. Γι᾽ αὐτὸ παρακαλῶ πολὺ νὰ συγχωρέσετε τὰ ὅποια τυχὸν σχετικὰ λάθη ἐντοπίσετε στὴν ἐπιστολή μου αὐτή. Φρονῶ ὅμως ταπεινῶς ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι εἶμαι βαπτισμένος «εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχω ἐνδυθῆ Τὸν Χριστὸν κατὰ τὴν διαβεβαίωση τοῦ Ἀπ. Παύλου, μοῦ δίνει τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ μοῦ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωση ὡς χριστιανοῦ, νὰ ἀγωνίζομαι γιὰ τὴν πίστη μου, ὁμολογώντας κυρίως αὐτὴν ἐν παντὶ καὶ πάντοτε. Σὲ θέματα πίστεως ὅλοι οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ ἀγωνιζόμαστε, χωρὶς νὰ σκοντάφτομε σὲ τίτλους καὶ περγαμηνές. Εἶμαι χριστιανὸς ὀρθόδοξος καὶ ὁμολογῶ τὴν πίστη μου, ἀναλαμβάνοντας ὁποιαδήποτε θυσία πρὸς ὑπεράσπισή της. Τάσσομαι κάτω ἀπὸ τὸ πετραχήλι Σας, πατέρα Θεόδωρε, στὸν μεγάλο ἀντιαιρετικὸ ἀγώνα, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἔχει γιὰ κανέναν ἄλλο κάποια ἰδιαίτερη σημασία. Γιὰ μένα ὅμως συνιστᾶ πράξη ὁμολογίας, τὴν ὁποία αἰσθάνομαι ὑποχρεωμένος νὰ κάνω ὡς ἁπλός, ἀφανὴς καὶ ἐλάχιστος χριστιανός. Καὶ ναὶ μὲν δὲν διαθέτω, ὅπως εἶπα, θεολογικὲς γνώσεις καὶ συνεπῶς δὲν μπορῶ νὰ μιλήσω γιὰ εἰδικὰ δογματικὰ θέματα, πλὴν ὅμως διαθέτω τὶς βασικὲς γνώσεις τῆς πίστεώς μας, ὅπως μᾶς τὶς δίδαξαν τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα παλιὰ χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ πενήντα (1950) οἱ δάσκαλοί μας στὸ σχολεῖο, Δημοτικὸ καὶ Γυμνάσιο, οἱ ὁποῖες μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ πῶ καὶ νὰ διακηρύξω ὅτι ὁ παπισμὸς δὲν εἶναι ἐκκλησία, ἀλλὰ αἵρεση. Εἰδικότερα μὲ βάση ἐκεῖνες τὶς ἐγκύκλιες, «θεολογικές», ἐλλιπεῖς, ἀλλὰ καθόλου ἀτελεῖς, γνώσεις μου ἔμαθα νὰ λέω ὅτι: «τὸ 1054 μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία Τοῦ Χριστοῦ ἐσχίσθη στὰ δύο, σὲ Ἀνατολικὴ καὶ Δυτική, προσδιορισμοὶ γεωγραφικοί, οἱ ὁποῖοι ὅμως μὲ τὸν καιρὸ προσέλαβαν δογματικὸ περιεχόμενο. Ἡ Δυτικὴ ἐκκλησία μὲ ἡγέτη τὸν πάπα Ρώμης ἀπομακρύνθηκε δογματικῶς ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ἀπώλεσε τὴν καθαρότητα τῆς πίστεως μὲ νοθεύσεις ἀποκλειστικῶς παπικῆς ἐμπνεύσεως, ποὺ δὲν στηρίζονται στὶς Γραφὲς παρὰ πᾶσαν ἔρευναν αὐτῶν, καὶ προσέλαβε κοσμικὴ ὀργάνωση μεταξελιχθεῖσα σὲ Κράτος, τὸ ὁποῖον τῆς ἐστέρησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ της ὀντότητα. Πρόκειται γιὰ τὸ γνωστὸ κρατίδιο τοῦ Βατικανοῦ. Ἔτσι ἀναφερόμενοι σ᾽ αὐτὴν δὲν μποροῦμε πλέον νὰ κάνομε λόγο γιὰ Ἐκκλησία καὶ μάλιστα γιὰ Ἐκκλησία Τοῦ Χριστοῦ, οὔτε βέβαια καὶ γιὰ χριστιανικὴ πίστη μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀλήθειας, ἀλλὰ μόνο περὶ θρησκείας καὶ μάλιστα κρατικίστικης, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ὡς ἀνθρώπινο πλέον κατασκεύασμα ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ Βατικανοῦ, οἱ ὁποῖες τὴν στηρίζουν ἀνὰ τὸν κόσμον. Ὅπως ἐξελίχθηκε λοιπὸν ἡ Δυτική-Παπική «ἐκκλησία» ἀπώλεσε τόν «ἀποκαλυπτικό» της χαρακτήρα καὶ περιέπεσε σὲ ἀνθρώπινο ὀργανισμὸ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν θεωρεῖται πλέον Ἐκκλησία, οὔτε πίστη. Ὁ πάπας τῆς Ρώμης κατ᾽ ἐπίφαση θεωρεῖται ἐκκλησιαστικὸς ἡγέτης, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι παρὰ πολιτικός-κρατικὸς ἄρχων». (ἀπὸ τὸ βιβλίο μου: «Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΘΕΟΣ» σελ. 112). Ὅλα αὐτὰ βεβαίως εἶναι ξένα πρὸς τὸν χριστιανισμὸ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἀποβλητέα ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας Τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὲς τὶς στοιχειώδεις βασικὲς γνώσεις τῆς πίστεώς μας εἶμαι βέβαιος, πατέρα Θεόδωρε, ὅτι τὶς ἐγνώριζαν καλλίτερα ἀπὸ ἐμένα καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ συμμετεῖχαν στὴν ψευτοσύνοδον τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης, καὶ παρόλα αὐτὰ προχώρησαν στὴν ἐπαίσχυντη πράξη τῆς ἀναγνώρισης τοῦ παπισμοῦ ὡς Ἐκκλησίας, προδίδοντας, ὅπως προεῖπα, μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας. Ὀρθῶς λοιπὸν καὶ δικαίως Ἐσεῖς, πάτερ Θεόδωρε, τοὺς κατηγορεῖτε ὡς αἱρεσιάρχες καὶ διακόψατε τὴν μνημόνευση ὅλων ἐκείνων ποὺ δέχονται τὴν ἀπόφαση αὐτὴ τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου, κολυμπώντας στὰ λασπόνερα τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς πλάνης.
Τελειώνοντας δεχθεῖτε Σᾶς παρακαλῶ τὶς ἄπειρες εὐχαριστίες μου γιὰ τὸν μεγάλο ἀγώνα ποὺ ἀναλάβατε καὶ νὰ εἶστε πλέον ἢ βέβαιος ὅτι θὰ στεφθῆ ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας, ὅπως κάθε ἀγώνας ποὺ δόθηκε ἀνὰ τοὺς αἰῶνες γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς πίστεως, διότι τὸ εἶπε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός: «θαρσεῖτε ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»! Περιττὸν νὰ Σᾶς βεβαιώσω ὅτι τάσσομαι ὡς ἁπλὸς χριστιανὸς στὸ πλευρό Σας, ὄχι γιατὶ Ἐσεῖς μὲ χρειάζεστε, ἀλλὰ διότι ἐγὼ τὸ αἰσθάνομαι ὡς ἀνάγκη. Γι᾽ αὐτὸ καὶ Σᾶς παρακαλῶ νὰ δεχθεῖτε αὐτὴν τὴν διαβαβαίωσή μου. Σᾶς εὐχαριστῶ καὶ πάλι γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς στηρίζετε στὴν ὀρθόδοξη πίστη μας καὶ Σᾶς εὔχομαι ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν νὰ Σᾶς ἐνισχύει στὸν δύσκολο ἀγώνα Σας καὶ νὰ Σᾶς χαρίζει πολλὰ καὶ καρποφόρα γιὰ τὴν πίστη μας ἔτη, εὐλογημένα καὶ πάνω ἀπ᾽ ὅλα ὀρθόδοξα χριστιανικά.